Το κόστος της ενεργειακής μετάβασης και οι επιπτώσεις στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και γενικότερα στην οικονομία και την κοινωνία φαίνεται ότι απασχολούν πλέον τις περισσότερες χώρες της ΕE, οι οποίες δέχονται μεν τους στόχους για το Κλίμα ζητούν όμως παράλληλα τη διασφάλιση προσιτής ενέργειας, ώστε να υπάρξει και η κοινωνική αποδοχή.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ,κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Περιβάλλοντος, που έγινε στις 25 Μαρτίου, για την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των χωρών- μελών σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για το στόχο μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% ως το 2040, 20 χώρες-μέλη μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, προτίμησαν να μην επιβεβαιώσουν άμεσα την υποστήριξή τους για την καθαρή μείωση κατά 90%, διατυπώνοντας διάφορες επιφυλάξεις, παρότι στηρίζουν τους γενικότερους στόχους για το Κλίμα.
Η Ελλάδα, στις θέσεις που διατύπωσε εξέφρασε μεν την πλήρη υποστήριξη για την ατζέντα της πράσινης μετάβασης, επισήμανε όμως ότι είναι ανησυχητικό το χάσμα μεταξύ της μετάβασης και της κοινωνικής αποδοχής, τονίζοντας παράλληλα το ρόλο των ανανεώσιμων πηρών ενέργειας για την ηλεκτροδότηση των μεταφορών και τη θέρμανση των κτιρίων.
Παρεμφερείς απόψεις που επί της ουσίας εστιάζουν στο κόστος της μετάβασης εξέφρασαν ακόμα η Γερμανία, η Σουηδία, η Λετονία, η Εσθονία, το Λουξεμβούργο, η Τσεχία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Σλοβακία, η Κροατία, η Μάλτα, η Γαλλία, η Ρουμανία, η Αυστρία, η Σλοβενία, η Κύπρος, η Λιθουανία και η Ουγγαρία. Μάλιστα η Πολωνία προχώρησε ένα βήμα περισσότερα, τονίζοντας ότι τα κράτη- μέλη πρέπει ελεύθερα να αποφασίζουν πώς θα επιτύχουν τους ήδη θεσμοθετημένους στόχους για το 2030 και το 2050. Υπενθυμίζεται ότι η ανακοίνωση της Κομισιόν αφορούσε στην επίτευξη του ενδιάμεσου στόχου για το 2040.
Υπέρ των θέσεων όπως εκφράστηκαν από την Κομισιόν τάχθηκαν η Ολλανδία, η Φινλανδία, η Ισπανία, η Δανία και η Βουλγαρία, αν και η τελευταία υπογράμμισε την ανάγκη μαζί με το στόχο να αναπτυχθεί η κοινωνική ευημερία.
Από τις υπόλοιπες χώρες, η Γερμανία προτίμησε να μην λάβει σταθερή θέση για τον στόχο της ΕΕ, αναφέροντας ότι το Βερολίνο έχει ήδη θέσει ένα παρόμοιο δεσμευτικό στόχο σε εθνικό επίπεδο. Στην παρέμβασή της η Σουηδία, ζήτησε να υπάρξει περαιτέρω ανάλυση σε σχέση με τον στόχο, επισημάινοντας ότι πρέπει να βασίζεται στην επιστήμη και η επίτευξή του να γίνει με κοινωνικά και οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Η Λετονία ζήτησε να εξεταστεί η πιο οικονομική “διαδρομή” για την πράσινη μετάβαση με ισότητα μεταξύ των κρατών μελών ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των διαφόρων μέτρων κλπ, ενώ και η Εσθονία υπογράμμισε ότι το κλειδί για την επιτυχία είναι η οικονομικά προσιτή ενέργεια.
Ακολουθώντας το παράδειγμα της Γερμανίας, η Τσεχία επίσης δεν διατύπωσε σαφή θέση καθώς το όλο θέμα βρίσκεται σε επεξεργασία, ενώ το Λουξεμβούργο τόνισε ότι η ΕΕ δεν πρέπει να σταθεί στο επίπεδο της μείωσης αλλά να επικεντρωθεί στη δημιουργία των ευνοικών συνθηκών που θα επιτρέψουν την επίτευξη του στόχου, εκτιμώντας πάντως ότι η πρόταση για καθαρή μείωση κατά 90% φαίνεται ισορροπημένη και ότι διατηρεί τη συνοχή με τις επιστημονικές συστάσεις.
Οσον αφορά το δημιουργία ενός ευνοϊκότερου πλαισίου που θα επιτρέψει την ταχύτερη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου επισημάνθηκε ότι το πλαίσιο αυτό πρέπει να διασφαλίζει :
-Ασφαλείς και ποικίλες αλυσίδες εφοδιασμού,
-Περισσότερες AΠΕ αλλά και πρόσβαση σε φθηνή και καθαρή ενέργεια,
- Βελτίωση των δικτύων και ενίσχυση της συνοχής της ενιαίας αγοράς.
Παράλληλα θα πρέπει να υποστηριχθεί η ανάπτυξη τεχνολογιών δέσμευσης και αποθέκευσης άνθρακα ( CCS, CCU), πράσινο υδρογόνο, βιοκαύσιμα κ.λπ. – με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο, να κινητοποιηθούν οι απαραίτητες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις για τη χρηματοδότηση της μετάβασης, να ενισχυθούν οι πολιτικές για το Κλίμα, να χρησιμοποιηθούν εργαλεία όπως ο φόρος άνθρακα στα σύνορα (CBAM), να αξιοποιηθούν καλύτερα η εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων (ETS), να ενισχυθεί η διπλωματία για το Κλίμα κ.λπ.