Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ποιες επενδύσεις θα έρθουν στις ΑΠΕ χωρίς τις εγγυημένες τιμές;  
Πέμπτη, 12/11/2020

Το κύμα επενδύσεων στην πράσινη ενέργεια που προωθεί η Ευρώπη και συνεπώς και η χώρα μας, εντυπωσιάζει σίγουρα σε αριθμούς και στόχους, δεν έρχεται όμως χωρίς κόστος.

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) προβλέπει επενδύσεις άνω των 43 δισ. ευρώ για τη δεκαετία ως το 2030, που σημαίνει περί τα 4,3 δισ. ευρώ ετησίως, συμπεριλαμβανομένου και του 2020, χρονιά κατά την οποία βέβαια αυτά τα νούμερα δεν επιτεύχθηκαν.

Το ελληνικό σχέδιο για τις ΑΠΕ προβλέπει σχεδόν τον διπλασιασμό των εγκαταστάσεων, από ισχύ 10,1 GW το 2020 -στην πραγματικότητα είμαστε κάτω από το επίπεδο αυτό- σε περισσότερα από 19 GW ως το 2030, προκειμένου το «πρασινίσει» το 35% της ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας στο τέλος της δεκαετίας ή πάνω από το 60% της παραγωγής ηλεκτρισμού.

Ο αναπροσανατολισμός του ηλεκτροπαραγωγικού δυναμικού της χώρας από τα συμβατικά καύσιμα στις ΑΠΕ απαιτεί, όπως είναι προφανές, τεράστιες επενδύσεις και κεφάλαια που θα πρέπει να αποσβεστούν και να αποφέρουν κέρδη.

Η αβεβαιότητα όμως κάθε άλλο παρά προσελκύει τα κεφάλαια αυτά, τα οποία έχουν συνηθίσει τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., σε μία σχεδόν προνομιακή μεταχείριση όσον αφορά στις ΑΠΕ με εγγυημένες τιμές και κατά προτεραιότητα πώληση της ενέργειας που παράγουν.

Οι δύο μεγάλες κρίσεις, η χρηματοοικονομική του 2009 και η τρέχουσα κρίση του κορωνοϊού, κατέδειξαν τα προβλήματα στις εγγυημένες αμοιβές της πράσινης ενέργειας. Οι Λογαριασμοί που είναι αρμόδιοι για τις πληρωμές αποκτούν αρνητικό πρόσημο, παρουσιάζουν ελλείμματα και από εκεί και πέρα αρχίζουν τα προβλήματα, όπως αυτά που αντιμετωπίζει η αγορά την περίοδο αυτή με την «τρύπα» στον Ειδικό Λογαριασμό των ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ) και το κυοφορούμενο «κούρεμα» των εγγυημένων τιμών με τις οποίες αμείβονται οι παραγωγοί ανανεώσιμης ενέργειας, για δεύτερη φορά μέσα σε μία δεκαετία.

Είναι προφανές ότι οι εμβαλωματικές λύσεις αυτού του τύπου μπορεί περιστασιακά να δίνουν μία διέξοδο -με πολλές και ποικίλες παρενέργειες για τους επενδυτές-, δεν μπορούν όμως να αποτελούν τη μόνιμη λύση ή την επαναλαμβανόμενη πρακτική κάθε φορά που η οικονομία θα μπαίνει σε ύφεση ή κάποιος εξωτερικός παράγων θα διαταράσσει το όλο σύστημα.

Η πρόκληση της υλοποίησης των στόχων του ΕΣΕΚ απαιτεί από τώρα τον σχεδιασμό πλαισίου, που θα επιτρέπει την απρόσκοπτη λειτουργία των ΑΠΕ με σύστημα αμοιβών που θα συνδέεται με τους όρους της αγοράς και το ανάλογο τίμημα για τον καταναλωτή.

Οι έκτακτες λύσεις, οι επιδοτήσεις και τα κουρέματα δεν μπορεί να αποτελούν πια τον κανόνα.

Σήμερα, οι επενδυτές στις ΑΠΕ αντιδρούν, γιατί άλλα τους είχε υποσχεθεί η πολιτεία και άλλα κάνει ή σχεδιάζει να εφαρμόσει. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το επιχείρημα ότι σε έκτακτες καταστάσεις, όπως αυτή που αντιμετωπίζουμε σήμερα με την πανδημία του Covid-19, όταν πλήττεται όλη η οικονομία και βυθίζεται σε πρωτοφανή ύφεση, δεν είναι δυνατόν ένας κλάδος να μένει στο απυρόβλητο.

Και τα δύο επιχειρήματα έχουν βάση. Εκείνο που δεν έχει βάση είναι η πολιτεία να μην αντιλαμβάνεται ότι οι ΑΠΕ έχουν κόστος -όσο και αν έχουν γίνει πιο φθηνά τα φωτοβολταϊκά ή τα αιολικά δεν παύουν να έχουν το δικό τους κόστος,- που θα πρέπει να αμείβεται με όρους αγοράς ή, στη μεταβατική φάση, με αλγορίθμους που θα συνεκτιμούν όλες τις συνιστώσες, συμπεριλαμβανομένων των διακυμάνσεων στη χονδρική τιμή ηλεκτρισμού, των ρύπων και των οικονομικών κύκλων. Ειδικά δε αυτή την περίοδο, που η αβεβαιότητα εντείνεται εξαιτίας του δεύτερου κύματος του κορωνοϊού και της καθυστέρησης που θα επιφέρει στην ήδη εύθραυστη ανάκαμψη, ενώ η πολιτεία επιδιώκει να προσελκύσει τεράστιες επενδύσεις σε ΑΠΕ, οι λύσεις που θα δοθούν θα πρέπει να εξασφαλίζουν «ορατότητα» στους επενδυτές, προοπτική και μέλλον.

 

Από την έντυπη έκδοση του Business Energy, Noεμβρίου

Τεύχος 23

motori.gr