Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ενεργειακή φτώχεια
Τρίτη, 28/12/2021

Η ενεργειακή φτώχεια ίσως να είναι ένα τα κορυφαία προβλήματα που καλούνται οι Ευρωπαίοι πολιτικοί να αντιμετωπίσουν στα χρόνια της ενεργειακής μετάβασης. Είκοσι χρόνια μετά τη στροφή της ΕΕ στην πράσινη ενέργεια, με το μερίδιο των ΑΠΕ να έχει πολλαπλασσιατεί στο ισοζύγιο ηλεκτρισμού, η ενεργειακή φτώχεια αυξάνεται συνεχώς.

Η  εκτόξευση στα ύψη των τιμών του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού – και σε μικρότερο βαθμό του πετρελαίου- ανέδειξε ένα  πρόβλημα ήδη υπαρκτό, με το ποσοστό του πληθυσμού που περιέρχεται σε καθεστώς ενεργειακής φτώχειας να βαίνει διαρκώς αυξανόμενο, ακόμα και προ της τρέχουσας κρίσης. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν αντιμετωπίζει μόνον η Ελλάδα αλλά οι περισσότερες χώρες της ΕΕ με το πρόβλημα να αγγίζει όχι μόνον τα χαμηλά εισοδήματα αλλά και τη μεσαία τάξη.  

 Η κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις των υψηλών τιμών των καυσίμων με την παροχή επιδομάτων. Το ερώτημα όμως είναι μέχρι πότε θα αντέξει να χορηγεί τα επιδόματα και αν αυτά θα καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού.

Οι Βρυξέλλεε μπορεί να έχουν αναγνωρίσει ως ένα βαθμό το πρόβλημα. Δεν είναι τυχαίο που κάθε πακέτο ενεργειακών οδηγιών συνοδεύεται πλέον και με μία αναφορά και μέτρα για την ενεργειακή φτώχεια. Όμως τα μέτρα αυτά είναι μακροπρόθεσμα : Aφορούν κυρίως στην οικονομική ενίσχυση των νοικοκυριών, μέσω προγραμμάτων τύπου Εξοικονομώ, για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών και των κτιρίων γενικότερα. Όμως μέχρι να αποδώσουν τα μέτρα αυτά για την πλειονότητα των κατοικιών, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονται σε γηρασμένα κτίρια,  θα περάσουν πολλά -πολλά χρόνια ακόμα. Και το ερώτημα είναι τί γίνεται μέχρι τότε.

‘Οσο και αν οι Ευρωπαίοι θέλουν να απσσυνδέσουν το φετινό φαινόμενο της ενεργειακής κρίσης από την πράσινη μετάβαση γίνεται πια προφανές  ότι ένα μέρος της κρίσης οφείλεται και στην ταχύτητα με την οποία οι Βρυξέλλες επιχειρούν την πράσινη στροφή.

Τα προηγούμενα χρόνια μονάδες άνθρακα/λιγνίτη παροπλίστηκαν σε όλη την Ευρώπη, όπως και στη χώρα μας.  Στα κράτη που έχουν πυρηνικά, οι επενδύσεις στον τομέα υποχώρησαν λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον τους. Ακόμα και οι επενδύσεις σε νέες μονάδες αερίου- πέραν της στροφής από τον  άνθρακα σε αέριο- ήταν σχετικά υποτονικές, δεδομένου του δημόσιου διαλόγου και των αντιπαραθέσεων για το κατά πόσο πράσινο είναι το αέριο, παρότι αναγνωρίζεται ως το καύσιμο- γέφυρα για τη μετάβαση.    Από την Ελλάδα ως τη Βρετανία και σε όλες τις ενδιάμεσες χώρες , το ευρωπαϊκό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας αποσυνδέεται από τα συμβατικά,  ρυπογόνα  αλλά σταθερής απόδοσης καύσιμα και συνδέεται με τα διακοπτόμενης παραγωγής  έργα αιολικής και ηλιακής ενέργειας.  Η μέση αποζημίωση ανά μεγαβατώρα πράσινης ενέργειας, μέχρι την πρόσφατη ενεργειακή κρίση- δηλαδή ως το καλοκαίρι του 2021- ήταν αρκετά πιο ακριβή σε σχέση με τη μέση τιμή ηλεκτρισμού χονδρικής, όπως απεικονίζεται στα ενεργειακά χρηματιστήρια. Το χειρότερο,  όταν η αιολική και η ηλιακή ενέργεια δεν είναι διαθέσιμες, επειδή δεν φυσά ή η ηλιοφάνεια είναι περιορισμένη, τότε όλοι μαζί στην Ευρώπη αναζητούμε φυσικό αέριο. Το αποτέλεσμα ήταν ο πενταπλασιασμός της τιμής του αερίου στην Ευρώπη μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο. Η αυξημένη ζήτηση αερίου συνέπεσε με μία περίοδο που τα ευρωπαϊκά αποθέματα είχαν πέσει στο ναδίρ εξ αιτίας των ψυχρών καιρικών συνθηκών του περυσινού χειμώνα και η παραγωγή αερίου είχε διαταραχθεί λόγω της πανδημίας το 2020. Αν εξαιρέσουμε τα περιστασιακά προβλήματα, παραμένει το γεγονός ότι όταν οι ευρωπαϊκές χώρες θα βγαίνουν όλες μαζί να αγοράσουν αέριο σε όλο πιο αυξημένες ποσότητες, τόσο θα ωθούν προς τα πάνω τις τιμές.

Η απάντηση των Βρυξελλών στο πρόβλημα είναι και πάλι μακροπόθεσμη. Στο μέλλον όσο αυξάνεται το μερίδιο των ΑΠΕ και αναπτύσσεται η αποθήκευση ηλεκτρισμού, τόσο οι ανάγκες σε ορυκτά καύσιμα θα μειώνονται. Μπορεί αυτό να συμβεί. Το ερώτημα όμως και πάλι είναι τι θα συμβεί στο μεσοδιάστημα.

Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ενεργειακής Φτώχειας της ΕΕ, που εδρεύει στην Φλωρεντία  το 16% των καταναλωτών της ΕΕ ήταν σε κατάσταση ενεργειακής φτώχειας, πριν ξεσπάσει η τρέχουσα κρίση.  Άλλη έρευνα που μετρά το ρυθμό αύξησης της τιμής του ηλεκτρισμού σε  σχέση με το ρυθμό ανόδου του εισοδήματος κατέδειξε ότι με αφετηρία το 2008, η δαπάνη ηλεκτρισμού για τα νοικοκυριά έχει αυξηθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με το εισόδημα, ειδικά στις χώρες της δυτικής Ευρώπης.  Για παράδειγμα στη Γαλλία το εισόδημα αυξήθηκε κατά 19%, ενώ οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 61%, στη Βρετανία το εισόδημα αυξήθηκε κατά  14% και το  ηλεκτρικό ρεύμα κατά 51%, στην  Ιρλανδία το εισόδημα αυξήθηκε κατά 11% και οι τιμές ηλκετρισμού κατά 48%., ενώ στην Ισπανία το μέσο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 8% αλλά οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκαν κατά 68%. H μελέτη δεν περιείχε στοιχεία για την Ελλάδα, αλλά όπως η εμπειρία όλων δείχνει, μάλλον ακολουθεί την ίδια τάση. Μόνο σε κάποιες χώρες της πρώην ανατολικής Ευρώπης η τάση είναι διαφορετική και τούτο εξ αιτίας της μεγάλης αύξηση του μέσου εισοδήματος.

Οι προβλέψεις των περισσότερων αναλυτών κατατείνουν ότι ακόμα και όταν και εφόσον αποκλιμακωθούν οι τιμές του ηλεκτρισμού από τα τρέχοντα επίπεδα και πάλι θα παραμείνουν υψηλές σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Το ζήτημα είναι πώς οι κυβερνήσεις θα  αντιμετωπίσουν την ενεργειακή ακρίβεια.



Παρέχεται από το Investing.com